υποχρεώνω

Μεταφράσεις

υποχρεώνω

obliger, faireoblige, makeيَجْعَلُpřiměttvangzwingenhacer, obligarpakottaanatjeratifareさせる시키다dwingentvingezmusićobrigarзаставитьfå någon attสั่งให้ทำyaptırmakkhiến ai đó使 (ipoxre'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αναγκάζω Τον υποχρέωσα να με ακολουθήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close