υποχωρητικός

(προωθήθηκε από υποχωρητική)
Μεταφράσεις

υποχωρητικός

(ipoxoriti'kos) αρσενικό

υποχωρητική

(ipoxoriti'ci)

υποχωρητικό

regressivregressive, yieldingrégressif (ipoxoriti'ko)
επίθετο
που έχει την τάση να κάνει υποχωρήσεις Είναι υποχωρητικός για να αποφεύγει τις συγκρούσεις. υποχωρητική συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close