υπόθεση

Μεταφράσεις

υπόθεση

affair, case, assumption, hypothèse, hypothesis, supposition, business, matteraffaire, hypothèsehipótesis, asuntoشَأْنzáležitostaffæreAngelegenheittapahtumastvarquestione事柄zaakaffæresprawaassuntoдело, гипотезаaffärสถานการณ์ที่ได้รับการจัดการolayvấn đề事务, 案例案例 (i'poθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να υποθέτω κτ κάνω την υπόθεση ότι Eγώ απλά εξέφρασα μια υπόθεση σχετικά με το θέμα.
2. το θέμα, το ζήτημα προσωπική υπόθεση δικαστική υπόθεση
3. η ιστορία υπόθεση έργου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close