υπόκλιση

Μεταφράσεις

υπόκλιση

bow (i'poklisi)
ουσιαστικό θηλυκό
σκύβω σε ένδειξη ευχαριστίας προς το κοινό ή σεβασμού προς ανώτερο κάνω βαθιά υπόκλιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close