υπόκωφος

Μεταφράσεις

υπόκωφος

(i'pokofos) αρσενικό

υπόκωφη

(i'pokofi) θηλυκό

υπόκωφο

hollow (i'pokofo) ουδέτερο
επίθετο
(για ήχο) μακρινός και βαθύς υπόκωφος ήχος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close