υπόληψη

Μεταφράσεις

υπόληψη

esteem, regard, reputationاِحْتِرام, سُمْعَةpověst, úctaanseelse, omdømmeAchtung, Rufconsideración, reputaciónkunnioitus, maineconsidération, réputationpoštovanje, ugledconsiderazione, reputazione敬意, 評判존경, 평판achting, reputatiehenseende, omdømmepoważanie, reputacjaconsideração, reputaçãoзабота, репутацияaktning, rykteความนับถือ, ชื่อเสียงsaygı, ündanh tiếng, sự quý trọng关心, 名誉 (i'polipsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκτίμηση Δεν τον έχω σε υπόληψη.
2. η τιμή, το καλό όνομα κάποιου χάνω την υπόληψή μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close