υπόσχομαι

Μεταφράσεις

υπόσχομαι

promise, pledgepromettreобещатьيُوعِدslíbitloveversprechenprometerluvataobećatipromettere約束する약속하다belovenloveobiecaćprometerlovaสัญญาsöz vermekhứa许诺 (i'posxome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
δίνω υπόσχεση, το λόγο μου Θα έρθω αύριο, στο υπόσχομαι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close