υφιστάμενος

Μεταφράσεις

υφιστάμενος

junior, subaltern, subordinate, underling, inferior

υφιστάμενος

سُفْليّ

υφιστάμενος

podřízený

υφιστάμενος

underordnet

υφιστάμενος

Untergebener

υφιστάμενος

inferior

υφιστάμενος

alempiarvoinen henkilö

υφιστάμενος

subordonné

υφιστάμενος

podređeni

υφιστάμενος

inferiore

υφιστάμενος

目下の者

υφιστάμενος

손아랫사람

υφιστάμενος

ondergeschikte

υφιστάμενος

underordnet

υφιστάμενος

podwładny

υφιστάμενος

inferior

υφιστάμενος

низший

υφιστάμενος

underordnad

υφιστάμενος

ผู้ด้อยกว่า

υφιστάμενος

ast

υφιστάμενος

thuộc cấp

υφιστάμενος

下级
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close