φάρμακο

Μεταφράσεις

φάρμακο

medicine, drug, remedymedikamentomedicamento, medicina, remedio, drogamédicament, remèdelekarstwo, medycynaremédio, droga, medicinaدَوَاءٌ, مُخْدِّرléklægemiddel, medicinMedikament, Medizinlääkelijek, medicinafarmaco, medicinageneeskunde, geneesmiddelmedikament, medisinлечение, медикаментläkemedel, medicinยาilaçthuốc, y họcרפואה ('farmako)
ουσιαστικό ουδέτερο
θεραπευτικό παρασκεύασμα παίρνω φάρμακα Δεν υπάρχει φάρμακο γι' αυτό το πρόβλημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close