φίλτρο

Μεταφράσεις

φίλτρο

('filtro)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μαγικό ρόφημα Ο Αστερίξ ήπιε το μαγικό φίλτρο μονομιάς.
2. αγάπη, στοργή το μητρικό φίλτρο

φίλτρο

philtre, potion, filtrefilterجِهَاز تَرْشِيحfiltrfilterFilterfiltrosuodatinfilterfiltro濾過器필터filterfilterfiltrfiltroфильтрfilterเครื่องกรองfiltrecái lọc过滤器מסנןФилтър
ουσιαστικό ουδέτερο
υλικό με πόρους που συγκρατεί ξένα σώματα υγρού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close