φαγώσιμος

(προωθήθηκε από φαγώσιμη)
Μεταφράσεις

φαγώσιμος

(fa'ɣosimos) αρσενικό

φαγώσιμη

(fa'ɣosimi) θηλυκό

φαγώσιμο

edible, comestible, eatable, esculentcomestible, mangeableصَالِحٌ لِلَأكْلjedlýspiseligessbarcomestiblesyötäväksi kelpaavajestivcommestibile食べられる식용의eetbaarspiseligjadalnycomestívelсъедобныйätbarซึ่งกินได้yenilebilirăn được可食用的 (fa'ɣosimo) ουδέτερο
επίθετο
που τρώγεται φαγώσιμο είδος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close