φαγώσιμo

Μεταφράσεις

φαγώσιμo


ουσιαστικό ουδέτερο
φαγητό, τροφή Πρέπει να πάρουμε φαγώσιμα μαζί μας. Έχει τίποτα φαγώσιμο;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close