φαινομενικός

(προωθήθηκε από φαινομενικό)
Μεταφράσεις

φαινομενικός

(fenomeni'kos) αρσενικό

φαινομενική

(fenomeni'ci) θηλυκό

φαινομενικό

ostensible, apparent, phenomenalظاهِرzřejmýtilsyneladendesichtbaraparenteilmeinenapparentočitapparente明らかな명백한blijkbaartilsynelatendeoczywistyaparenteкажущийсяuppenbarชัดเจนgörünürhiển nhiên显然的, 表观表觀 (fenomeni'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι πραγματικός, αλλά επιφανειακός φαινομενική ηρεμία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close