φανέλα

Μεταφράσεις

φανέλα

flannel, jersey, shirt, vest, washclothفُوطَةٌ صَغِيرَةžínkaflonelWaschlappenfranela, manoplaflanelligant de toiletteflanelflanella浴用タオル플란넬washandjeflanellflanelaflanelaмягкая мочалкаtvättlappผ้าสักหลาดอ่อนyüz havlusuvải flannel法兰绒 (fa'nela)
ουσιαστικό θηλυκό
1. είδος μάλλινου υφάσματος ζεστά ρούχα από φανέλα
2. μπλούζα που φοριέται ως εσώρουχο βαμβακερές φανέλες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close