φανερός

(προωθήθηκε από φανερό)
Μεταφράσεις

φανερός

(fane'ros) αρσενικό

φανερή

(fane'ri) θηλυκό

φανερό

obvious, overtברור (fane'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται αμέσως αισθητός φανερά σημάδια κούρασης
2. σαφής, καθαρός Είναι φανερό ότι λέει ψέματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close