φαρδαίνω

Μεταφράσεις

φαρδαίνω

(far'ðeno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ πιο φαρδύ ή πιο πλατύ φαρδαίνω ένα ρούχο φαρδαίνω δρόμο

φαρδαίνω

widen
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι πιο φαρδύς Μετά το τούνελ ο δρόμος φαρδαίνει. Τα παντελόνια μου φάρδυναν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close