φαρδύς

(προωθήθηκε από φαρδύ)
Μεταφράσεις

φαρδύς

(far'ðis) αρσενικό

φαρδιά

(far'ðja) θηλυκό

φαρδύ

large, amplewide, broad, baggy, looseعَرِيض, فَضْفاض, مُنْتَفِخplandavý, široký, volnýbred, løs, løstsiddendeausgeleiert, breit, weitancho, holgado, sueltoleveä, pussimainen, väljäširok, vrećastampio, cascante, largoだぶだぶの, ゆったりとした, 広い넓은, 헐거워진, 헐렁한breed, flodderig, ruimbred, ledig, poseteluźny, szeroki, workowatyfolgado, largo, soltoмешковатый, свободный, широкийbred, lös, säckigโป่งหรือพองเหมือนถุง, กว้าง, หลวมbol, genişrộng, rộng lùng phùng宽松的, 宽的, 袋状的 (far'ði) ουδέτερο
επίθετο
1. πλατύς φαρδύς δρόμος
2. (για ρούχο) που δεν είναι στενός ή δεν έχει ίσια γραμμή φαρδύ παλτό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close