φαρμακερός

(προωθήθηκε από φαρμακερή)
Μεταφράσεις

φαρμακερός

(farmace'ros) αρσενικό

φαρμακερή

(farmace'ri) θηλυκό

φαρμακερό

virulent (farmace'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. δηλητηριώδης φαρμακερό φίδι
2. μεταφορικά πολύ κακός φαρμακερά λόγια
3. μεταφορικά διαπεραστικός Βγήκε παρά το φαρμακερό κρύο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close