φείδομαι

Μεταφράσεις

φείδομαι

يَسْتَغْنِي

φείδομαι

ušetřit

φείδομαι

afse

φείδομαι

entbehren

φείδομαι

spare

φείδομαι

emplear, escatimar

φείδομαι

säästää joku joltakin

φείδομαι

épargner

φείδομαι

odvojiti

φείδομαι

risparmiare

φείδομαι

容赦する

φείδομαι

할애하다

φείδομαι

sparen

φείδομαι

skåne

φείδομαι

oszczędzić

φείδομαι

conceder, poupar

φείδομαι

сохранить

φείδομαι

avvara

φείδομαι

สงวนไว้

φείδομαι

ayırmak

φείδομαι

dành

φείδομαι

宽容
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close