φετινός

(προωθήθηκε από φετινή)
Μεταφράσεις

φετινός

(feti'nos) αρσενικό

φετινή

(feti'ni) θηλυκό

φετινό

今年的Årets올해今年的 (feti'no) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με τη χρονιά που διανύουμε ο φετινός χειμώνας η φετινή χρονιά η φετινή σοδειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close