φιλάργυρος

(προωθήθηκε από φιλάργυρο)
Μεταφράσεις

φιλάργυρος

(fi'larʝiros) αρσενικό

φιλάργυρη

(fi'larʝiri) θηλυκό

φιλάργυρο

miser, avaricious, miserlyبَخِيلٌlakomecgnierGeizhalsavarosaituriavareškrtacavaroどけち구두쇠vrekgjerrigknarkskąpiecavarentoскрягаsnåljåpคนตระหนี่pintingười keo kiệt吝啬鬼 (fi'larʝiro) ουδέτερο
επίθετο
τσιγκούνης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close