φιλελεύθερος

(προωθήθηκε από φιλελεύθερο)
Αναζητήσεις σχετικές με φιλελεύθερο: νεοφιλελευθερισμός, συντηρητισμός
Μεταφράσεις

φιλελεύθερος

(file'lefθeros) αρσενικό

φιλελεύθερη

(file'lefθeri) θηλυκό

φιλελεύθερο

liberal, libertarianمُتَحَرِرٌliberálníliberalliberalliberalvapaamielinenlibéralliberalanliberaleリベラルな자유주의의liberaalliberalliberalnyliberalлиберальныйliberalเกี่ยวกับลัทธิเสรีนิยมaçık görüşlütự do自由主义的 (file'lefθero) ουδέτερο
επίθετο
1. που αγαπάει την ελευθερία έχω φιλελεύθερες ιδέες
2. οπαδός κόμματος που πρεσβεύει κυρίως οικονομικές ελευθερίες φιλελεύθερο κόμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close