φιλότιμος

(προωθήθηκε από φιλότιμη)
Αναζητήσεις σχετικές με φιλότιμη: φιλοδώρημα
Μεταφράσεις

φιλότιμος

(fi'lotimos) αρσενικό

φιλότιμη

(fi'lotimi) θηλυκό

φιλότιμο

accrocheur, ambitieux, fonceur (fi'lotimo) ουδέτερο
επίθετο
1. τίμιος, συνεπής στις υποχρεώσεις του φιλότιμος υπάλληλος
2. αξιέπαινος φιλότιμες προσπάθειες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close