φοβάμαι

Μεταφράσεις

φοβάμαι

fear, afraidpeur, craindreيَخافُbát sefrygtefürchtentemerpelätäbojati setemere恐れる두려워하다bang zijnfryktebać siętemerбоятьсяvara rädd förกลัวkorkmaksợ害怕 (fo'vame)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. τρομάζω, νιώθω φόβο Φοβάμαι στο σκοτάδι.
2. ανησυχώ, διαισθάνομαι Φοβάμαι πως θα αρρωστήσει.
3. υποψιάζομαι Πολύ φοβάμαι πως έχεις δίκιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close