φοβίζω

Μεταφράσεις

φοβίζω

frighten (fo'vizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τρομάζω, προκαλώ φόβο Τους φοβίζει με τις φωνές του. Η ανεργία με φοβίζει.
2. πτοώ, αποθαρρύνω Τα λόγια σου δε με φοβίζουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close