φοβερός

(προωθήθηκε από φοβερό)
Μεταφράσεις

φοβερός

(fove'ros) αρσενικό

φοβερή

(fove'ri) θηλυκό

φοβερό

horrible, terrifiantabysmal, fearsome, frightful, terrible (fove'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. τρομακτικός φοβερό έγκλημα
2. τεράστιος φοβερή αγωνία
3. εξαιρετικός φοβερός ηθοποιός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close