φοράω

Μεταφράσεις

φοράω

(fo'rao)

φορώ

(fo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω πάνω μου ένα ρούχο ή καλλυντικό, κόσμημα κ.λπ. φοράω ρολόι Μυρίζει ωραία το άρωμα που φοράς!
2. βάζω ένα ρούχο Φόρεσε το παλτό σου!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close