φορέας

Μεταφράσεις

φορέας

carrier, body, bearer (fo'reas)
ουσιαστικό αρσενικό
1. που έχει κπ μικρόβιο ή ιό Eίναι φορέας ηπατίτιδας.
2. υπηρεσία με συγκεκριμένο πρόγραμμα κοινωνικός φορέας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close