φορτίζω

Μεταφράσεις

φορτίζω

chargerload, chargeيَشْحَنُnabítopladeaufladencargar, cargoladatanapuniticaricare充電する충전하다opladenladenaładowaćcarregarзаряжатьladdaอัดไฟşarj etmeknạp điện充电 (for'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. γεμίζω φορτίζω μία μπαταρία
2. δημιουργώ ένταση Τα σχόλιά του φόρτισαν το κλίμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close