φορτώνω

Μεταφράσεις

φορτώνω

load, burdenيَشْحَنُnaložitlæssebeladencargarlastatachargertovariticaricare荷を積む싣다ladenlastezaładowaćcarregarгрузитьlastaบรรทุกสินค้าyüklemekbốc hàng lên装载 (for'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω φορτίο κάπου φορτώνω το αυτοκίνητο φορτώνω εμπόρευμα σε πλοίο
2. μεταφορικά ρίχνω ευθύνες, αναθέτω πολλές υποχρεώσεις σε κπ Του φόρτωσαν όλη τη δουλειά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close