φουσκάλα

Μεταφράσεις

φουσκάλα

blister, bubbleبَثْرَةpuchýřvabelWundblaseampollarakkulacloquežuljvescica水ぶくれ물집blaarblemmepęcherzbolhaволдырьblåsaแผลพุพองsulu kabarcıkchỗ phồng da水泡блистер (fu'skala)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μπουρμπουλήθρα, φυσαλίδα To σαπούνι κάνει φουσκάλες.
2. εξόγκωμα του δέρματος με πύον Έχω μια φουσκάλα στη φτέρνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close