φουσκωτός

(προωθήθηκε από φουσκωτή)
Μεταφράσεις

φουσκωτός

(fusko'tos) αρσενικό

φουσκωτή

(fusko'ti) θηλυκό

φουσκωτό

inflatableقَابِلٌ لِلْنَفْخِnafukovacíoppusteligaufblasbarhinchable, inflable, hinchadailmalla täytettävägonflablena napuhavanjegonfiabile膨らませることのできる부풀릴 수 있는opblaasbaaroppblåsbardmuchanyinflável, insuflávelнадувнойuppblåsbarที่ทำให้พองได้şişirilebilircó thể bơm phồng可膨胀的 (fusko'to) ουδέτερο
επίθετο
που φουσκώνει και ξεφουσκώνει φουσκωτή βάρκα φουσκωτό στρώμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close