φουσκώνω

Μεταφράσεις

φουσκώνω

(fu'skono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να αυξηθεί σε όγκο βάζοντας αέρα φουσκώνω το λάστιχο φουσκώνω τα μάγουλά μου

φουσκώνω

expand, inflate, pump, swell, pump upيَنْفُخnapumpovatpumpe opaufpumpeninflarpumpata täyteengonflernapumpatigonfiareポンプで膨らませる공기를 넣다oppompenpumpe oppnapompowaćencherнакачиватьpumpa uppสูบลมşişirmekbơm lên打气
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πρήζομαι Φούσκωσε το πρόσωπό μου.
2. αυξάνομαι σε όγκο Η ζύμη φούσκωσε.
3. μεταφορικά καμαρώνω φουσκώνω από περηφάνια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close