φρένο

Μεταφράσεις

φρένο

brakefreinفَرامِلbrzdabremseBremsefrenojarrukočnicafrenoブレーキ브레이크rembremshamulecfreio, travãoтормозbromsเบรคหรือเครื่องห้ามล้อfrenphanh刹车בלםспирачка ('freno)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μηχανισμός που επιβραδύνει την ταχύτητα του αυτοκινήτου πατάω φρένο
2. μεταφορικά εμπόδιο, φραγμός βάζω φρένο σε κπ βάζω φρένο στις παρορμήσεις μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close