φρέσκος

Μεταφράσεις

φρέσκος

('freskos) αρσενικό

φρέσκια

('fresca) θηλυκό

φρέσκο

freshطَازِج, طازِجčerstvýfriskfrischfrescotuorefraissvježfresco新鮮な신선한versferskświeżyfrescoсвежийfärskใหม่, สดtazetươi新的, 新鲜的, 新鲜新鮮טרי ('fresko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι μπαγιάτικος φρέσκο ψωμί
2. (για λαχανικά) που δεν είναι ξερός φρέσκα φασολάκια φρέσκα κρεμμυδάκια
3. νεανικός φρέσκια επιδερμίδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close