φρεσκάρω

Μεταφράσεις

φρεσκάρω

freshen, freshen upيُنْعِشُosvěžit (se)friske opfrisch machen (sich)arreglarse, refrescarsiistiytyäse rafraîchirosvježitirinfrescarsi新鮮にする말쑥하게 하다opfrissenfriske oppodświeżyćrefrescarосвежить(ся)fräscha till (sig)ทำให้สดชื่นขึ้นyıkanıp ferahlamaklàm tươi mới精神饱满, 刷新רענון刷新 (fre'skaro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανανεώνω φρεσκάρω τον αέρα
2. κάνω κτ να φαίνεται δροσερό φρεσκάρω το πρόσωπό μου
3. ξαναθυμάμαι φρεσκάρω τη μνήμη μου φρεσκάρω τα αγγλικά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close