φρι-κτός-χτός

(προωθήθηκε από φρικτό)
Μεταφράσεις

φρι-κτός-χτός

(fri'-ktos-'xtos)

φρικτή

(fri'kti) θηλυκό

φρικτό

(fri'kto) ουδέτερο
επίθετο
1. αποκρουστικός, τρομακτικός φρικτό έγκλημα
2. απαίσιος φρικτός καιρός
3. ανυπόφορος φρικτός πόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close