φτιάχνω

Μεταφράσεις

φτιάχνω

('ftçaxno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω, κατασκευάζω φτιάχνω έναν πύργο στην άμμο φτιάχνω γλυκό
2. επισκευάζω φτιάχνω το αυτοκίνητο
3. τακτοποιώ φτιάχνω τα πράγματά μου φτιάχνω τα μαλλιά μου
αποκτάω σχέση

φτιάχνω

make, fixيَصْنَعُudělatlavemachenhacer, fabricarvalmistaafairestvaratifare・・・を作る만들다makenlagerobićfazerсделатьgöraทำ สร้างyapmaktạo ra
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
καλυτερεύω Έφτιαξε ο καιρός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close