φυγή

Μεταφράσεις

φυγή

échappée, évasion, exode, fuiteflight (fi'ʝi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η γρήγορη απομάκρυνση τρέπομαι σε φυγή
2. η απόδραση η φυγή από την καθημερινότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close