φυλάκιση

Μεταφράσεις

φυλάκιση

imprisonmentfængselfängelse监禁emprisonnement監禁Haftprisãoprisiónמאסרالسجن (fi'lacisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η είσοδος κάποιου στη φυλακή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close