φυλακίζω

Μεταφράσεις

φυλακίζω

imprison, incarcerate, jailemprisonner, incarcérerيَسْجُنُuvěznitfængsleeinsperrenencarcelarlaittaa vankilaanzatvoritidetenere投獄する투옥하다gevangen zettenfengsleuwięzićencarcerarзаключать в тюрьмуsätta i fängelseเอาเข้าคุกhapse atmakbỏ tù监禁 (fila'cizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω κπ στη φυλακή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close