φυλακισμένος

(προωθήθηκε από φυλακισμένη)
Μεταφράσεις

φυλακισμένος

(filaci'zmenos) αρσενικό

φυλακισμένη

(filaci'zmeni) θηλυκό

φυλακισμένο

prisoner, imprisonedprizonuloprisonnierسَجِيـنvězeňfangeHäftlingprisionerovankizatvorenikprigioniero囚人죄수gevangeneinnsattwięzieńprisioneiroарестантfångeผู้ถูกขังmahkumphạm nhân囚犯затворникאסיר囚犯 (filaci'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
κρατούμενος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close