φυσικός

Μεταφράσεις

φυσικός

(fisi'kos) αρσενικό

φυσική

(fisi'ci) θηλυκό

φυσικό

(fisi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει σχέση με τη φύση φυσικά φαινόμενα
2. αυθόρμητος, αληθινός φυσική συμπεριφορά
3. που δεν είναι χημικός ή συνθετικός φυσικές ύλες φυσικό χρώμα
4. βιολογικός η φυσική μητέρα
5. που δεν είναι τεχνητός φυσικό λιμάνι
6. φυσιολογικός φυσική εξέλιξη

φυσικός

natural, physical, physicistnaturel, physiciennatural, físicoطَبِيعِيٌّ, فِيزْيَائِيfyzik, přirozenýfysiker, naturlignatürlich, Physikerfyysikko, luonnollinenfizičar, prirodanfisico, naturale当然の, 物理学者물리학자, 자연의fysicus, natuurlijkfysiker, naturligfizyk, naturalnyfísico, naturalестественный, физикfysiker, naturligธรรมชาติ, นักฟิสิกส์doğal, fizikçinhà vật lý, tự nhiên物理学家, 自然的
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που μελετάει ή διδάσκει φυσική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close