φωνάζω

Μεταφράσεις

φωνάζω

call, shout, yell, caterwaul, cry, screamţipaيَصِيح, يُنَاديkřičet, volatkalde, råberufen, schreiengritar, llamarhuutaaappeler, crierpozvati, vikatichiamare, gridare・・・を呼ぶ, 叫ぶ부르다, 소리치다roepen, schreeuwenropekrzyknąć, powiedziećchamar, gritarкричатьropaเรียก, ตะโกนbağırmak, seslenmekgọi, hét, 喊叫 (fo'nazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καλώ Σε φωνάζουν. φωνάζω ταξί (στο δρόμο)
2. υψώνω τη φωνή μου Σταμάτα να φωνάζεις!
3. βγάζω κραυγές Φώναξε από τον πόνο.
4. ειδοποιώ φωνάζω το γιατρό
5. προσκαλώ Πόσους φωνάξατε;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close