φωτίζω

Μεταφράσεις

φωτίζω

light, illuminate, enlightenéclairer, illuminer, allumerيُضِيئُzapálitoplysebeleuchtenencender, iluminarvalaistaupalitiilluminareともす불을 붙이다ontbrandenlysezapalićacender, iluminarзажигатьtändaจุดไฟyakmakthắp sáng点燃 (fo'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω φως κάπου φωτίζω ένα χώρο
2. ξεδιαλύνω, εξηγώ Μπορείς να με φωτίσεις σχετικά;
ειρωνικά δεν κατάλαβα τίποτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close