φόρμα

Μεταφράσεις

φόρμα

collant, forme, jogging, survêtementtemplateformulářформаformularz양식フォームטופס ('forma)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ολόσωμο ρούχο τζιν φόρμα φόρμα εργασίας
2. η φυσική κατάσταση, η διάθεση είμαι σε φόρμα
3. σκεύος που δίνει σχήμα σε γλυκό η φόρμα του κέικ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close