χέρι

Μεταφράσεις

χέρι

handrukahåndHandarm, handmanokäsimainkéztanganhöndmanomanusrankaകൈhandhåndmãoрука, ладоньrokahandeltay, bàn tayيَدrukarękaมือידръка ('çeri)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το μέρος του σώματος με το οποίο πιάνουμε παίρνω κπ από το χέρι
βοηθάω
δηλώνει ανταλλαγή
πιασμένοι από το χέρι
2. τα άνω άκρα από τον ώμο μέχρι τα δάχτυλα τεντώνω τα χέρια
3. δυναμικό εργατικά χέρια
4. στρώση βάφω έναν τοίχο δυο χέρια
5. χερούλι τα χέρια της κατσαρόλας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close