χαλαρώνω

Μεταφράσεις

χαλαρώνω

(xala'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξεσφίγγω χαλαρώνω τη γραβάτα
2. μετριάζω Χαλάρωσαν τoν έλεγχο στα σύνορα. χαλαρώνω την προσοχή μου

χαλαρώνω

loosen, unwind, relaxيَسْتَرْخِيuvolnit seslappe afentspannen (sich)relajarserentoutuase détendreopustiti serilassarsiくつろぐ긴장을 풀다ontspannenslappe avodprężyćrelaxar, relaxar-seрасслабитьсяslappna avพักผ่อนgevşemekthư giãn放松, 放宽релакс放寬
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ηρεμώ, ξεκουράζομαι Χαλάρωσα στις διακοπές. Χαλάρωσε, μη σκέφτεσαι τίποτα.
2. μειώνομαι H επιτήρηση των γονιών χαλαρώνει.
3. γίνομαι χαλαρός οι μύες χαλαρώνουν οι χορδές χαλαρώνουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close