χαμηλώνω

Μεταφράσεις

χαμηλώνω

(xami'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κατεβάζω χαμηλώνω το βλέμμα χαμηλώνω τις τιμές
2. μειώνω χαμηλώνω την έντασητο φωτισμό

χαμηλώνω

lowerabaisser, baissermicşoraيُنَزِّلُsnížitsænkesenkenbajarlaskeaspustitiabbassare下げる낮추다laten zakkensenkeobniżyćabaixarспускать(ся)sänka nerลดต่ำลงindirmekhạ thấp降低
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σκύβω Χαμήλωσε λίγο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close