χαμογελαστός

(προωθήθηκε από χαμογελαστή)
Μεταφράσεις

χαμογελαστός

(xamoʝela'stos) αρσενικό

χαμογελαστή

(xamoʝela'sti) θηλυκό

χαμογελαστό

smilingsouriant微笑微笑sonriendoيبتسمยิ้มמחייך미소 (xamoʝela'sto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την τάση να χαμογελάει χαμογελαστό πρόσωπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close